Στόχος η επιστημονική αξιολόγηση και πρόληψη των πλημμυρικών φαινομένων στο πλαίσιο του νόμου «Ενεργή Μάχη»
Σε μια περίοδο όπου τα ακραία καιρικά φαινόμενα αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη ένταση και συχνότητα, η Πολιτεία επιχειρεί να ενισχύσει τα αντανακλαστικά της απέναντι στον πλημμυρικό κίνδυνο, επενδύοντας στην πρόληψη και τη γνώση. Σε αυτό το πλαίσιο, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η υπουργική απόφαση για τη συγκρότηση της Υποεπιτροπής Εκτίμησης Πλημμυρικού Κινδύνου, ενός νέου επιστημονικού οργάνου που φιλοδοξεί να καλύψει ένα κρίσιμο κενό στον σχεδιασμό της Πολιτικής Προστασίας.
Η νέα Υποεπιτροπή εντάσσεται οργανικά στη λειτουργία της Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας και λειτουργεί στο πλαίσιο της Επιτροπής Εκτίμησης Κινδύνου, αποτελώντας ουσιαστικά έναν εξειδικευμένο μηχανισμό ανάλυσης και αξιολόγησης των πλημμυρικών φαινομένων. Πρόκειται για μια θεσμική τομή που έρχεται να υπηρετήσει τη φιλοσοφία του νόμου «Ενεργή Μάχη», μετατοπίζοντας το βάρος από την εκ των υστέρων διαχείριση στην έγκαιρη πρόληψη.
Η αποστολή της Υποεπιτροπής δεν περιορίζεται σε έναν τυπικό συμβουλευτικό ρόλο. Αντιθέτως, καλείται να συγκεντρώνει, να επεξεργάζεται και να αναλύει κρίσιμα δεδομένα από ένα ευρύ φάσμα επιστημονικών πεδίων, όπως η υδρολογία, η μετεωρολογία, ο χωρικός σχεδιασμός, οι υποδομές ύδατος και τα αντιπλημμυρικά έργα. Μέσα από αυτή τη διεπιστημονική προσέγγιση, θα διαμορφώνει τεκμηριωμένες εισηγήσεις, οι οποίες θα αποτελούν τη βάση για τον σχεδιασμό πολιτικών και την ιεράρχηση παρεμβάσεων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη σύνθεση του νέου οργάνου, καθώς σε αυτό συμμετέχουν επιστήμονες υψηλού κύρους και εξειδίκευσης, προερχόμενοι κυρίως από την ακαδημαϊκή κοινότητα και αρμόδιους κρατικούς φορείς. Κεντρικό ρόλο διαδραματίζει το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, με τον καθηγητή Δημήτριος Εμμανουλούδης να αναλαμβάνει την προεδρία της Υποεπιτροπής. Στη θέση του αναπληρωτή προέδρου τοποθετείται ο πρύτανης του ιδρύματος Φώτης Μάρης, ενώ στη σύνθεση συμμετέχει και ο καθηγητής Παναγιώτης Αγγελίδης.
Η επιλογή επιστημόνων με εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία δεν είναι τυχαία. Αντανακλά την πρόθεση της Πολιτείας να στηριχθεί σε στέρεα επιστημονικά δεδομένα και όχι σε αποσπασματικές εκτιμήσεις, σε ένα πεδίο όπου οι συνέπειες των λανθασμένων αποφάσεων μπορεί να είναι καταστροφικές. Παράλληλα, η τετραετής θητεία των μελών εξασφαλίζει τη συνέχεια του έργου, ενώ η άμισθη συμμετοχή τους αναδεικνύει τον χαρακτήρα δημόσιας προσφοράς.
Η σύσταση της Υποεπιτροπής έρχεται σε μια συγκυρία κατά την οποία η Ελλάδα, όπως και πολλές άλλες χώρες, βρίσκεται αντιμέτωπη με τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης. Οι πλημμύρες των τελευταίων ετών έχουν καταδείξει με τον πλέον εμφατικό τρόπο τα όρια των υφιστάμενων μηχανισμών και την ανάγκη για έναν πιο ολοκληρωμένο και προληπτικό σχεδιασμό.
Σε αυτό το περιβάλλον, η νέα δομή φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως «δεξαμενή γνώσης» για την Πολιτική Προστασία, παρέχοντας ένα σταθερό σημείο επιστημονικής αναφοράς. Η δυνατότητα έγκαιρης εκτίμησης κινδύνων και η ιεράρχηση προτεραιοτήτων μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικές για την αποφυγή ή τον περιορισμό καταστροφών.
Από την πλευρά της πολιτικής ηγεσίας, το μήνυμα είναι σαφές: η διαχείριση των φυσικών κινδύνων περνά σε μια νέα φάση, όπου η πρόληψη και η επιστήμη βρίσκονται στο επίκεντρο. Όπως δήλωσε ο Υπουργός Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας Γιάννης Κεφαλογιάννης, στόχος είναι η θωράκιση της χώρας μέσα από θεσμούς που λειτουργούν μεθοδικά και αποτελεσματικά, αξιοποιώντας την επιστημονική γνώση και τον έγκαιρο σχεδιασμό.
Το ζητούμενο πλέον είναι η νέα αυτή θεσμική παρέμβαση να μην παραμείνει σε επίπεδο διακηρύξεων, αλλά να μεταφραστεί σε ουσιαστικά αποτελέσματα. Η επιτυχία της Υποεπιτροπής θα κριθεί από την ικανότητά της να επηρεάσει έμπρακτα τον σχεδιασμό και την υλοποίηση έργων και πολιτικών, σε μια χώρα όπου ο πλημμυρικός κίνδυνος παραμένει μια διαρκής και υπαρκτή απειλή.



