Ελλιπής διαχείριση, ανύπαρκτα έργα και διακρατική αδυναμία συνθέτουν μια κρίση με προβλέψιμο τέλος – οι επιστήμονες μιλούν για χρόνια αποτυχία πρόληψης
Οι καταστροφικές πλημμύρες που πλήττουν τον Έβρο δεν αποτελούν ένα απρόβλεπτο φυσικό φαινόμενο, αλλά το αποτέλεσμα μιας διαχρονικής αποτυχίας σχεδιασμού, πρόληψης και υλοποίησης κρίσιμων υποδομών. Πίσω από τις εικόνες καταστροφής, με πλημμυρισμένες εκτάσεις, απελπισμένους κατοίκους και πρόχειρα αναχώματα από σακιά άμμου, οι επιστήμονες αποκαλύπτουν ένα ανησυχητικό μίγμα ακραίων καιρικών συνθηκών και σοβαρών διαχειριστικών ελλειμμάτων, που μετατρέπουν κάθε έντονη βροχόπτωση σε απειλή μεγάλης κλίμακας.
Το φαινόμενο, σύμφωνα με ειδικούς επιστήμονες και αρμόδιους φορείς, δεν είναι απλώς αποτέλεσμα της φύσης. Είναι η συνέπεια μιας επικίνδυνης καθυστέρησης δεκαετιών στην υλοποίηση βασικών αντιπλημμυρικών έργων, σε συνδυασμό με την απουσία αποτελεσματικής διακρατικής συνεργασίας και την ανεπάρκεια των υφιστάμενων υποδομών.
Το φετινό πλημμυρικό επεισόδιο χαρακτηρίζεται από ακραία υδρολογικά δεδομένα. Οι πολυήμερες και συνεχείς βροχοπτώσεις που έπληξαν την ευρύτερη περιοχή της Θράκης, σε συνδυασμό με ασυνήθιστα υψηλές θερμοκρασίες για την εποχή, δημιούργησαν ένα επικίνδυνο υδρολογικό φορτίο.
Οι υψηλές θερμοκρασίες προκάλεσαν ταχεία τήξη των χιονοπτώσεων στη λεκάνη απορροής του ποταμού Άρδα, η οποία εκτείνεται στη Βουλγαρία και καταλήγει στον Έβρο. Η διαδικασία αυτή, αντί να εμπλουτίσει σταδιακά τον υδροφόρο ορίζοντα, απελευθέρωσε τεράστιες ποσότητες νερού σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, αυξάνοντας δραματικά την πίεση στο υδρολογικό σύστημα της περιοχής.

Το αποτέλεσμα ήταν διπλό: ο Έβρος δέχθηκε ταυτόχρονα μεγάλες ποσότητες νερού τόσο από τις τοπικές βροχοπτώσεις όσο και από τις υπερχειλίσεις των ανάντη περιοχών, δημιουργώντας μια εκρηκτική κατάσταση που ξεπέρασε τα όρια των υφιστάμενων υποδομών.
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η περιοχή που επλήγη είχε ήδη χαρακτηριστεί ως Ζώνη Υψηλού Κινδύνου Πλημμύρας, βάσει των επικαιροποιημένων Σχεδίων Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας. Τα σχέδια αυτά προβλέπουν συγκεκριμένα έργα προστασίας, όπως ενίσχυση αναχωμάτων, εκβάθυνση της κοίτης του ποταμού και δημιουργία σύγχρονων αντιπλημμυρικών μηχανισμών.
Ωστόσο, σύμφωνα με τους ειδικούς, τα έργα αυτά παραμένουν σε μεγάλο βαθμό στα χαρτιά.
Η εικόνα των κατοίκων που επιχειρούν να προστατεύσουν τις περιουσίες τους με αυτοσχέδια μέσα, τοποθετώντας σακιά με άμμο, αποτελεί σαφή ένδειξη της απουσίας ουσιαστικής κρατικής παρέμβασης. Πρόκειται για μια πρακτική που αντανακλά όχι απλώς την έκτακτη ανάγκη, αλλά τη συστημική αποτυχία πρόληψης.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η περιοχή του Έβρου αποτελεί ένα ιδιαίτερα ευάλωτο υδρολογικό σύστημα, το οποίο απαιτεί ολοκληρωμένη διαχείριση. Αυτό περιλαμβάνει έργα ορεινής υδρονομίας, κατασκευή ταμιευτήρων και φραγμάτων, καθώς και εκσυγχρονισμό των υφιστάμενων αναχωμάτων.
Η πραγματικότητα, όμως, απέχει δραματικά από τις ανάγκες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το φράγμα Δερείου–Σουφλίου, το οποίο εξαγγέλθηκε ήδη από τη δεκαετία του 1960 και, περισσότερα από εξήντα χρόνια αργότερα, εξακολουθεί να βρίσκεται σε επίπεδο μελέτης. Η καθυστέρηση αυτή αποτυπώνει με σαφήνεια το χρόνιο έλλειμμα στρατηγικού σχεδιασμού.
Οι υπάρχουσες υποδομές χαρακτηρίζονται από ειδικούς και τοπικούς φορείς ως ανεπαρκείς και απαρχαιωμένες, αδυνατώντας να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες απαιτήσεις που δημιουργεί η κλιματική κρίση.

Το πρόβλημα του Έβρου δεν είναι μόνο εθνικό, αλλά και διακρατικό. Η λεκάνη απορροής του ποταμού εκτείνεται πέρα από τα ελληνικά σύνορα, γεγονός που καθιστά απαραίτητη τη συνεργασία με τη Βουλγαρία για την αποτελεσματική διαχείριση των υδάτων.
Η ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει σαφώς την υποχρέωση συντονισμού μεταξύ των κρατών-μελών σε τέτοιες περιπτώσεις. Ωστόσο, στην πράξη, η συνεργασία παραμένει περιορισμένη και συχνά θεωρητική.
Η Βουλγαρία έχει επενδύσει σε υποδομές διαχείρισης νερού, όπως φράγματα και ταμιευτήρες, που της επιτρέπουν να ελέγχει αποτελεσματικά τις υδάτινες ροές. Αντίθετα, η ελληνική πλευρά εμφανίζεται περισσότερο εκτεθειμένη στις υδρολογικές μεταβολές, με αποτέλεσμα να εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες για την προστασία των δικών της περιοχών.
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι τέτοιου είδους φαινόμενα θα γίνουν συχνότερα και εντονότερα στο μέλλον. Η κλιματική αλλαγή μεταβάλλει τη συχνότητα και την ένταση των βροχοπτώσεων, δημιουργώντας νέα δεδομένα για τη διαχείριση των υδάτινων πόρων.
Η Ελλάδα καλείται να προσαρμοστεί σε ένα νέο περιβάλλον αυξημένου κινδύνου, όπου η πρόληψη και η ανθεκτικότητα δεν αποτελούν επιλογή, αλλά αναγκαιότητα.
Η απουσία σύγχρονων υποδομών, σε συνδυασμό με τη διοικητική καθυστέρηση και την περιορισμένη διακρατική συνεργασία, δημιουργεί ένα επικίνδυνο κενό ασφάλειας.
Οι πλημμύρες στον Έβρο δεν είναι απλώς ένα φυσικό φαινόμενο. Είναι ένα πολλαπλό σύμπτωμα μιας βαθύτερης κρίσης σχεδιασμού, ευθύνης και πολιτικής βούλησης.

Οι προειδοποιήσεις των επιστημόνων υπήρχαν. Οι κίνδυνοι ήταν γνωστοί. Τα έργα είχαν σχεδιαστεί.
Αυτό που απουσιάζει, όπως καταγγέλλουν ειδικοί και τοπικοί φορείς, είναι η υλοποίηση.
Καθώς η κλιματική κρίση εντείνεται, η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίσιμη επιλογή: είτε θα επενδύσει άμεσα σε σύγχρονες υποδομές και αποτελεσματική διαχείριση, είτε θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει τις συνέπειες μιας προβλέψιμης καταστροφής.
Ο Έβρος δεν πλημμυρίζει μόνο από νερό. Πλημμυρίζει από τις συνέπειες δεκαετιών αδράνειας.




