Στα τέλη Μαΐου και τον Ιούλιο οι επόμενες πληρωμές – Πάνω από 1,2 εκατ. νοικοκυριά στο πρόγραμμα
Αντίστροφα μετρά ο χρόνος για την καταβολή της δεύτερης δόσης του επιδόματος θέρμανσης, με χιλιάδες δικαιούχους να αναμένουν την επόμενη οικονομική ενίσχυση που θα στηρίξει τα νοικοκυριά κατά τη χειμερινή περίοδο. Ήδη περισσότεροι από 1,1 εκατομμύρια πολίτες έχουν λάβει την πρώτη δόση, ενώ οι επόμενες πληρωμές προγραμματίζονται εντός του 2026.
Η πρώτη δόση του επιδόματος θέρμανσης, που αντιστοιχεί στο 60% του συνολικού ποσού, έχει ήδη πιστωθεί στους τραπεζικούς λογαριασμούς των δικαιούχων, με το συνολικό ποσό να ξεπερνά τα 124 εκατομμύρια ευρώ. Η ενίσχυση αφορά δαπάνες για ρεύμα, πετρέλαιο και λοιπά καύσιμα, στο πλαίσιο της χειμερινής περιόδου 2024–2025.
Συνολικά, το πρόγραμμα επιδότησης θέρμανσης αναμένεται να φτάσει τα 195 εκατομμύρια ευρώ, ενισχύοντας περισσότερα από 1,2 εκατομμύρια νοικοκυριά σε ολόκληρη τη χώρα, προσφέροντας ουσιαστική ανακούφιση απέναντι στο αυξημένο κόστος ενέργειας.
Η δεύτερη δόση του επιδόματος θέρμανσης θα καταβληθεί σε δύο χρονικές φάσεις, ανάλογα με το είδος της θέρμανσης:
- Έως τις 29 Μαΐου 2026 θα πληρωθούν οι δικαιούχοι που πραγματοποίησαν αγορές καυσίμων, πέλετ ή ξύλων έως τις 15 Απριλίου 2026, με δηλώσεις έως τις 30 Απριλίου 2026.
- Έως τις 31 Ιουλίου 2026 θα καταβληθεί το επίδομα για φυσικό αέριο και τηλεθέρμανση.
Το ποσό του επιδόματος κυμαίνεται από 100 έως 800 ευρώ, ενώ σε περιοχές με ιδιαίτερα χαμηλές θερμοκρασίες μπορεί να φτάσει έως και τα 1.200 ευρώ.
Ο υπολογισμός γίνεται βάσει του τύπου:
Ποσό Αναφοράς × Συντελεστής Ορεινότητας – Μετεωρολογικών συνθηκών (ΣΟ-Μ),
με προσαύξηση 20% για κάθε εξαρτώμενο τέκνο.
Για οικισμούς με:
- ΣΟ-Μ ≥ 1 προβλέπεται προσαύξηση +25%, με ανώτατο όριο τα 1.000 ευρώ
- ΣΟ-Μ ≥ 1,2 προστίθεται επιπλέον +25%, ανεβάζοντας το ανώτατο ποσό στα 1.200 ευρώ
Σημειώνεται ότι κάθε δικαιούχος μπορεί να επιλέξει μόνο ένα είδος θέρμανσης (καύσιμα, τηλεθέρμανση ή ηλεκτρική ενέργεια) για την επιδότηση.
Το επίδομα θέρμανσης παραμένει ένα από τα βασικότερα μέτρα στήριξης των νοικοκυριών, σε μια περίοδο που το ενεργειακό κόστος συνεχίζει να επιβαρύνει σημαντικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό.



