Εσπερίδα της ΔΟΒ στην Ορεστιάδα ανέδειξε την αγωνία των παραγωγών αλλά και τα περιθώρια επανεκκίνησης ενός βασικού πυλώνα της τοπικής οικονομίας
Σε καθεστώς έντονης ανησυχίας για το μέλλον τους βρίσκονται οι αγρότες σε όλη τη χώρα και ιδιαίτερα στον Έβρο εξετάζοντας ακόμη και το ενδεχόμενο νέων κινητοποιήσεων. Η πίεση που ασκείται στο αγροτικό εισόδημα, σε συνδυασμό με το αβέβαιο περιβάλλον παραγωγής, διαμορφώνει ένα κλίμα εγρήγορσης, καθώς οι καλλιεργητές καλούνται να λάβουν κρίσιμες αποφάσεις για την επόμενη περίοδο.
Η ανησυχία αυτή δεν περιορίζεται μόνο στα θεσμικά ή οικονομικά αιτήματα. Για τον αγρότη της περιοχής, το βασικό διακύβευμα παραμένει η ίδια η επιβίωση της καλλιέργειας που θα του επιτρέψει να συνεχίσει να δραστηριοποιείται. Πρόκειται για ένα σύνθετο ζήτημα, επηρεαζόμενο από παράγοντες όπως το κόστος παραγωγής, οι διεθνείς τιμές και οι χρηματοδοτικές δυνατότητες παράμετροι που συχνά βρίσκονται εκτός του ελέγχου του ίδιου.
Εκδήλωση διοργανώθηκε από τη Διεπαγγελματική Οργάνωση Βάμβακος σε συνεργασία με τον Αγροτικός Συνεταιρισμός Δημητριακών Ορεστιάδας «Η ΕΝΩΣΗ», φιλοξενήθηκε στις εγκαταστάσεις της Σχολής Αγροτικής Ανάπτυξης και Δασοπονίας του Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης στην Ορεστιάδα και συγκέντρωσε σημαντική συμμετοχή παραγωγών.
Η παρουσία αγροτών επιβεβαίωσε το κλίμα αγωνίας που επικρατεί για τη βιωσιμότητα της καλλιέργειας, καθώς το βαμβάκι εξακολουθεί να αποτελεί βασική επιλογή για την περιοχή, ακόμη και όταν σε άλλες ζώνες της χώρας καταγράφεται υποχώρηση των εκτάσεων. Οι συζητήσεις ανέδειξαν την ανάγκη για ένα ουσιαστικό «restart», σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από μεταβαλλόμενες διεθνείς ισορροπίες και οικονομική πίεση στους παραγωγούς.
Οι ομιλητές περιέγραψαν τη δύσκολη συγκυρία των αγορών, επισημαίνοντας ότι η Αίγυπτος εξελίσσεται σε βασικό αγοραστή ελληνικού βαμβακιού, ενώ ιδιαίτερες απαιτήσεις ποιότητας θέτουν οι αγορές της Άπω Ανατολής, ζητώντας λευκό και υψηλών προδιαγραφών προϊόν. Την ίδια στιγμή, οι χαμηλές τιμές, οι εκκρεμότητες στην καταβολή ενισχύσεων λόγω monitoring και η αύξηση του κόστους εφοδίων συνθέτουν ένα ασφυκτικό πλαίσιο για τους παραγωγούς. Η μείωση των καλλιεργούμενων στρεμμάτων και η εγκατάλειψη αγροτεμαχίων χωρίς απαραίτητα στροφή σε άλλες καλλιέργειες αποτυπώνουν την αναμονή για βελτίωση των συνθηκών.
Στο επίπεδο πολιτικών στήριξης, παρουσιάστηκαν μέτρα που επιχειρούν να διατηρήσουν την καλλιέργεια «εν ζωή». Μεταξύ αυτών, η εφαρμογή του Μέτρου 23, αλλά και το νέο πρόγραμμα για τη μείωση του αποτυπώματος άνθρακα με έτος ένταξης το 2025, που προβλέπει ενίσχυση περίπου 31 ευρώ ανά στρέμμα, καθώς και πρόσθετη στήριξη μέσω eco-schemes που εκτιμάται γύρω στα 20 ευρώ. Παράλληλα, η προοπτική αύξησης της συνδεδεμένης ενίσχυσης από το 2029 ενδέχεται να προσφέρει περαιτέρω οικονομική ανάσα. Ωστόσο, η συζήτηση κατέδειξε ότι τέτοιες παρεμβάσεις περισσότερο «αγοράζουν χρόνο» παρά λύνουν δομικά ζητήματα βιωσιμότητας.
Κεντρικό ζητούμενο παραμένει η ποιότητα της παραγωγής, η ενίσχυση αρδευτικών υποδομών και η ουσιαστική πριμοδότηση προϊόντος που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της αγοράς. Χωρίς αυτά, η ανταγωνιστικότητα της βαμβακοκαλλιέργειας τίθεται υπό αμφισβήτηση, παρά τη σημασία της για την τοπική οικονομία.
Η συζήτηση κατέδειξε επίσης ότι το βαμβάκι παραμένει βασικός πυλώνας επιλογής για τους παραγωγούς του Έβρου, την ώρα που η παρουσία του υποχωρεί σε άλλες παραδοσιακές περιοχές, όπως η Θεσσαλία. Ωστόσο, καθοριστικός παράγοντας για τη διατήρηση ή και την επέκταση των καλλιεργούμενων εκτάσεων παραμένει η τιμή του προϊόντος, καθώς οι αγρότες ζητούν ένα ουσιαστικό οικονομικό κίνητρο που θα καταστήσει βιώσιμη τη συνέχιση της παραγωγής.
Στην εσπερίδα τοποθετήθηκαν, μεταξύ άλλων, ο πρόεδρος της ΔΟΒ Ευθύμιος Φωτεινός, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εκκοκκιστών και Εξαγωγέων Βάμβακος κ. Ουσουλτζόγλου, ο εκπρόσωπος Έβρου στη ΔΟΒ Δημήτρης Κολγιώνης, ο παραγωγός και πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Κομοτηνής Νίκος Μποτρότσος ο έμπορος βάμβακος Κωνσταντίνος Δημητρίου, καθώς και παραγωγοί και παράγοντες της αγοράς, καταθέτοντας μια πολυδιάστατη εικόνα της κατάστασης.
Η εκδήλωση ανέδειξε κρίσιμα ζητήματα χωρίς να αφήσει βασικές πτυχές ασχολίαστες, ενώ επιβεβαίωσε ότι το μέλλον της βαμβακοκαλλιέργειας παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένο με τις εξελίξεις στην τοπική παραγωγή και οικονομία.








