Συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στην Άγκυρα: Διάλογος με φόντο τις διαφωνίες και τη «θετική ατζέντα»

Έμφαση στην αποφυγή εντάσεων, στο μεταναστευτικό και στη διμερή συνεργασία – Επτά κείμενα υπεγράφησαν στο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας

Η συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως ένα ακόμη βήμα προς την ενίσχυση του διαλόγου και της σταθερότητας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ωστόσο, πέρα από τις δηλώσεις περί συνεργασίας και τα κείμενα προθέσεων που υπεγράφησαν, παραμένουν ανοιχτά ερωτήματα για το κατά πόσο προέκυψαν ουσιαστικά αποτελέσματα ή αν πρόκειται κυρίως για μια επικοινωνιακή προσέγγιση χωρίς απτές δεσμεύσεις.

Ο πρωθυπουργός μίλησε για «αποκατάσταση πλέγματος επικοινωνίας» και έθεσε ως βασικούς πυλώνες τον πολιτικό διάλογο, τη θετική ατζέντα και τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη συνεργασία στο μεταναστευτικό, με τον πρωθυπουργό να σημειώνει ότι οι μεταναστευτικές ροές στο ανατολικό Αιγαίο έχουν μειωθεί κατά 60%. Παράλληλα, στάθηκε στην επέκταση του προγράμματος χορήγησης βίζας σε Τούρκους πολίτες που επισκέπτονται ελληνικά νησιά, καθώς και στον στόχο αύξησης του διμερούς εμπορίου στα 10 δισ. ευρώ.

Ο Έλληνας πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι στόχος των δύο πλευρών είναι η αποφυγή κρίσεων και εντάσεων, επισημαίνοντας πως, παρά τις διαφωνίες, το διεθνές δίκαιο παραμένει η βάση για την επίλυση των διαφορών.Παρά τη ρητορική περί αποφυγής εντάσεων, δεν παρουσιάστηκαν συγκεκριμένα αποτελέσματα σε ζητήματα που διαχρονικά απασχολούν την ελληνική εξωτερική πολιτική, γεγονός που ενισχύει την κριτική ότι η Αθήνα επενδύει περισσότερο στο κλίμα παρά στην ουσία.

Η επανάληψη της θέσης περί παραπομπής της οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών στη Χάγη δεν συνοδεύτηκε από κάποιο νέο βήμα ή σαφή χρονοδιάγραμμα, αφήνοντας τη συζήτηση στο επίπεδο γνωστών διακηρύξεων.

Η ατζέντα της Άγκυρας και τα πολιτικά μηνύματα

Από την τουρκική πλευρά, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έθεσε ζητήματα όπως η μουσουλμανική μειονότητα στη Δυτική Θράκη, εντάσσοντάς τα στο πλαίσιο των συνομιλιών. Το γεγονός αυτό τροφοδοτεί κριτική για το κατά πόσο η ελληνική πλευρά κατάφερε να επιβάλει τη δική της ατζέντα ή αν περιορίστηκε σε διαχείριση των θεμάτων που ανέδειξε η Άγκυρα.

Παράλληλα, η αναφορά σε εξελίξεις στη Μέση Ανατολή έδειξε ότι η συνάντηση κινήθηκε και σε ευρύτερο γεωπολιτικό επίπεδο, χωρίς ωστόσο να προκύπτει σαφές όφελος για τις ελληνικές θέσεις.

Στο πλαίσιο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας υπογράφηκαν επτά κείμενα, που αφορούν μεταξύ άλλων καθώς και την επιστημονική και τεχνολογική συνεργασία, την προώθηση επενδύσεων, την ενθάρρυνση ακτοπλοϊκής σύνδεσης Θεσσαλονίκης – Σμύρνης, τη συνεργασία στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας Ευξείνου Πόντου, την προετοιμασία έναντι σεισμών, τον πολιτισμό καθώς και την επιστημονική και τεχνολογική συνεργασία..

Παρά το θετικό συμβολικό τους βάρος, παραμένει ασαφές πόσο γρήγορα και σε ποιο βαθμό μπορούν να μετατραπούν σε πρακτικές πολιτικές ή οικονομικές εξελίξεις. Η κριτική που διατυπώνεται είναι ότι τέτοιες συμφωνίες συχνά λειτουργούν ως διπλωματικά μηνύματα καλής θέλησης, χωρίς να αντιμετωπίζουν τις βασικές πηγές έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Η συνάντηση στην Άγκυρα ανέδειξε τη βούληση για διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας, όμως δεν φαίνεται να διαφοροποιεί ουσιαστικά το υπάρχον πλαίσιο σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Σε κάθε περίπτωση, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις συνεχίζουν να κινούνται σε λεπτές ισορροπίες, όπου οι συμβολισμοί και η διπλωματική εικόνα συχνά προηγούνται της απτής πολιτικής ουσίας.