Ευλογιά αιγοπροβάτων: μια σιωπηλή κρίση που αποδεκατίζει την ελληνική κτηνοτροφία

Πάνω από 470.000 ζώα θανατώθηκαν σε λιγότερο από ενάμιση χρόνο – Ανησυχία για τη γεωγραφική διασπορά της νόσου και τις αντοχές των παραγωγών

Με χαρακτηριστικά υγειονομικής αλλά και οικονομικής κρίσης εξελίσσεται η επιδημία της ευλογιάς των αιγοπροβάτων στη χώρα, αποκαλύπτοντας τις χρόνιες αδυναμίες του συστήματος πρόληψης και διαχείρισης ζωονόσων. Τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων αποτυπώνουν μια ζοφερή πραγματικότητα: χιλιάδες εκτροφές επλήγησαν, σχεδόν μισό εκατομμύριο ζώα οδηγήθηκαν σε υποχρεωτική θανάτωση και δεκάδες περιοχές εξακολουθούν να βρίσκονται σε καθεστώς επιτήρησης, με τους κτηνοτρόφους να βιώνουν αβεβαιότητα και οικονομική ασφυξία.

Σύμφωνα με τα επικαιροποιημένα δεδομένα των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, από τον Αύγουστο του 2024 έως και τις 9 Ιανουαρίου 2026 έχουν καταγραφεί 2.042 επιβεβαιωμένα κρούσματα ευλογιάς αιγοπροβάτων σε 2.540 εκτροφές σε ολόκληρη τη χώρα. Στο πλαίσιο εφαρμογής των υγειονομικών πρωτοκόλλων, θανατώθηκαν 470.274 ζώα, αριθμός που μεταφράζεται σε τεράστιες απώλειες εισοδήματος, ιδιαίτερα για τις μικρές και μεσαίες κτηνοτροφικές μονάδες.

Η γεωγραφική διασπορά της νόσου αποτυπώνει τη δυσκολία περιορισμού της. Μόνο για την περίοδο 20 Δεκεμβρίου 2025 – 9 Ιανουαρίου 2026 καταγράφηκαν 57 νέα κρούσματα σε 16 Περιφερειακές Ενότητες, από τη Δυτική Ελλάδα έως τη Μακεδονία και τη Θράκη. Περιφέρειες με έντονη κτηνοτροφική δραστηριότητα, όπως η Αιτωλοακαρνανία, η Αχαΐα, η Πιερία, η Ξάνθη και η Ροδόπη, συνεχίζουν να εμφανίζουν νέα περιστατικά, γεγονός που εντείνει τον προβληματισμό για την αποτελεσματικότητα των μέτρων πρόληψης.

Αναλυτικά για την περίοδο αναφοράς 20 Δεκεμβρίου 2025 – 9 Ιανουαρίου 2026 καταγράφηκαν 57 νέα κρούσματα σε 16 περιοχές, βάσει των αποτελεσμάτων των εργαστηριακών ελέγχων.

Πρόκειται για τις Π.Ε. Αιτωλοακαρνανίας (7), Αχαΐας (6), Δράμας (1), Ηλείας (3), Ημαθίας (1), Καβάλας (2), Καρδίτσας (3), Κιλκίς (2), Λάρισας (2), Μαγνησίας & Σποράδων (3), Ξάνθης (9), Πέλλας (4), Πιερίας (6), Ροδόπης (5), Σερρών (1) και τη Μ.Ε. Θεσσαλονίκης (2).

Παρά τις διαβεβαιώσεις της πολιτείας για συνεχή παρακολούθηση και επικαιροποίηση των στοιχείων, η πραγματικότητα στις εκτροφές παραμένει εξαιρετικά δύσκολη. Οι ζώνες προστασίας και επιτήρησης περιορίζουν δραστικά τη μετακίνηση ζώων και προϊόντων, πλήττοντας την εμπορική δραστηριότητα, ενώ οι καθυστερήσεις στις αποζημιώσεις ενισχύουν το αίσθημα εγκατάλειψης που εκφράζουν οι παραγωγοί.

Ταυτόχρονα, η ευλογιά αιγοπροβάτων αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης των κτηνιατρικών υπηρεσιών, τόσο σε ανθρώπινο δυναμικό όσο και σε υλικοτεχνική υποδομή. Η έγκαιρη διάγνωση, ο αυστηρός έλεγχος των μετακινήσεων και η εφαρμογή μέτρων βιοασφάλειας αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τον περιορισμό της νόσου, ωστόσο η εφαρμογή τους προϋποθέτει επαρκείς πόρους και συνεχή εκπαίδευση των παραγωγών.

Σε κάθε περίπτωση, η εξέλιξη της επιδημίας δεν αφορά μόνο τον κτηνοτροφικό κλάδο. Η απώλεια ζωικού κεφαλαίου επηρεάζει την αγροτική οικονομία, την επάρκεια προϊόντων και την κοινωνική συνοχή σε ολόκληρες αγροτικές περιοχές. Χωρίς ένα ολοκληρωμένο σχέδιο πρόληψης, άμεσες αποζημιώσεις και ουσιαστική στήριξη των πληγέντων, η ευλογιά των αιγοπροβάτων κινδυνεύει να αφήσει βαθύ και μόνιμο αποτύπωμα στην ελληνική κτηνοτροφία.

Υπενθυμίζεται ότι η τήρηση των μέτρων βιοασφάλειας παραμένει κρίσιμη για τον περιορισμό της νόσου. Οι παραγωγοί οφείλουν να ακολουθούν τις οδηγίες των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών και τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα.